Ψηφιακός Κατάλογος Επιχειρήσεων

Ψηφιακός Κατάλογος Επιχειρήσεων
Ελεύθερη και Δωρεάν Καταχώρηση για Πάντα.

Πέμπτη

Στην Ελλάδα το 1,4 % του αιολικού δυναμικού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ


Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της EWEA.

Το 1,4 % του αιολικού δυναμικού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ, είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση για την επίδραση της Αιολικής Ενέργειας στην απασχόληση και την οικονομία που παρουσίασε σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση Αιολικής Ενέργειας (EWEA), στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου της που πραγματοποιείται στην Κοπεγχάγη.

Στην κορυφή της κατάταξης (με στοιχεία 2010) βρίσκεται η Γερμανία, όπου είναι εγκατεστημένο το 32,3 % των ανεμογεννητριών και ακολουθεί η Ισπανία με 24,5 %, η Ιταλία με 6,9 %, η Μ. Βρετανία με 6,2 % και η Δανία με 4,5%. Συνολικά στην ΕΕ είναι εγκατεστημένες ανεμογεννήτριες ισχύος 84.323 μεγαβάτ.

Σύμφωνα με την έκθεση, η Αιολική Ενέργεια αύξησε τη συμμετοχή της στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 33% ανάμεσα στο 2007 και το 2010 ενώ μέσα στο 2010, η ανάπτυξη της αιολικής βιομηχανίας ήταν διπλάσια από αυτή του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, συνεισφέροντας 32 δισ. Ευρώ στην Ευρωπαϊκή οικονομία εν μέσω κρίσης.

Ακόμη, προκύπτει ακόμη ότι:

-Ο τομέας δημιούργησε 30% περισσότερες θέσεις εργασίας από το 2007 στο 2010, φθάνοντας σχεδόν τις 240.000, τη στιγμή που η ανεργία στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 9,6%. Το 2020 οι θέσεις εργασίας στον κλάδο θα ανέρχονται σε 520.000

- Η αξία των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών του κλάδου ανήλθε σε 5,7 δισ. Ευρώ το 2010

- Ο κλάδος επένδυσε το 5% των εξόδων του σε Έρευνα και Ανάπτυξη, ποσοστό τριπλάσιο από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σε δηλώσεις του με αφορμή την δημοσιοποίηση της έκθεσης, ο πρόεδρος της EWEA και της ΔΕΗ καθηγητής Αρθούρος Ζερβός, αναφέρει ότι η αιολική ενέργεια είναι απάντηση στην ύφεση και προσθέτει: «Κάθε χρόνο δημιουργεί αυξανόμενη οικονομική δραστηριότητα, περισσότερες δουλειές και εξαγωγές προς όφελος της Ευρώπης που αγωνίζεται με την οικονομική κρίση. Μια κρίση που εντείνεται εξαιτίας των καυσίμων που εισάγονται σε διαρκώς υψηλότερο κόστος για τους Ευρωπαίους πολίτες».

Πηγή : kathimerini.gr